Αυγ 022016
 

ΦΡΑΠΕΣ.ΠΑΡΑΛΙΑ

 

 

 

 

Ξυπνάω. Είναι 8:15 το πρωί. Πρέπει να προλάβω τους άλλους. «Φάε πρώτα κάτι, ρε Χριστιανέ», φωνάζει η γυναίκα μου. Τι ξέρει… Οι γυναίκες δεν γνωρίζουν από ανταγωνισμό, από αγώνα, από επαναστάσεις. Πάω στην αποθήκη, παίρνω την ξαπλώστρα, την ομπρέλα, την καρέκλα, το ειδικό που μπαίνει μέσα το παλούκι της ομπρέλας και τρέχω προς παραλία. Φτάνω 8:19. Νέο Αστραλιακό ρεκόρ, σκέφτομαι. Είμαι πολύ καλός. Ωχ, όχι φτούσου. Μου έχουν πιάσει τη θέση. Ο από δίπλα με τις σαγιονάρες του στρατού, έχει πιάσει τη μοναδική θέση στην παραλία που έχει απομείνει.

Νιώθω τη ζέστη του Άστρους διπλάσια. Έχασα. Νομίζω ότι καταρρέω. Ο τύπος που έφαγε τη μοναδική θέση γελάει και κάτι μου δείχνει 150 μέτρα μακριά προς τις Πόρτες. Διακρίνω ανάμεσα στους ιδρώτες του κεφαλιού μου ότι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι βγάζει το παλούκι της ομπρέλας και μαζεύει τα υπόλοιπα γύρω από τη θέση, που είχαν καπαρώσει ίσως και 47 μέρες. Τρέχω. Προσπαθώ να φτάσω. Η ώρα είναι 8:22, το πρωί. Ευτυχώς, σκέφτομαι ενώ τρέχω, που δεν έφαγα πρωινό. Θα είχα χασομερήσει.

Φτάνω 8:23 και 10 δευτερόλεπτα. «Καλημέρα», χαιρετώ τους μελλοθάνατους μπροστά μου, θέλανε και θάλασσα τρομάρα τους, «μήπως θα μπορούσα να βοηθήσω, να αφήσω τα πράγματά μου και να κάνετε πιο γρήγορα να πάτε στο όμορφο χωριό σας;» αποκρίθηκα, πολύ ευγενικά και πολύ σαν κύριος. Η γιαγιούλα γύρισε προς το μέρος μου αργά και βασανιστικά. Ίσως να πέρασε και 1,5 λεπτό από τη στροφή, που έκανε για να δει ποιος της μίλησε. «Πουλάκι μου, δεν φεύγουμε όλοι από το spot (σημείο στα Ελληνικά) θα έρθει σε λίγο η εγγονή μου με τις φίλες της. Εμείς απλά τινάζουμε την ομπρέλα από τη σκόνη και την άμμο επειδή το βράδυ φύσαγε πολύ». Θάνατος. Οργή. Θυμός. Φτούσου και πάλι φτούσου.

Η ώρα πλησίαζε 8:30 και εγώ αφάγωτος, αξύριστος, αβουρτσίριστος και ίσως ακατούρητος, άφηνα τη γριά να συνεχίζει να μιλάει και να λέει κάτι του στυλ «τίνος είσαι», «είσαι από μέσα» ή «από έξω», «το επώνυμό σου τελειώνει σε -πούλος», καλά τι είναι η γριά Κοινωνιολόγος και κάνει εργασία, αναρωτήθηκα. Τότε συνέβη το μοιραίο.  Πάτησα σκατά σκυλιού. Φτούσου…

Είναι ένας τύπος που ενοχλείται με τις ομπρέλες, που μένουν στην παραλία και φωνάζει συνεχώς στους συμπαθητικούς λουόμενους, έχει παρκάρει με την αμαξάρα του ανάποδα στον δρόμο, που απαγορεύεται η είσοδος στον κεντρικό δρόμο, και σαν να μην έφτανε αυτό έβγαλε το μούργο του βόλτα και έχεσε όλες τις εισόδους στις σκάλες, που πάνε προς την παραλία. Ο τύπος είναι πολύ δυνατός. Έχει φτιάξει αντίσκηνο μπροστά σε κεντρική ταβέρνα όμως όλοι νομίζουν ότι η ταβέρνα το έχει στήσει. Έτσι και φωνάζει και κάνει μπάνιο. Πρέπει να συγκεντρωθώ, η ώρα είναι περασμένη 8:45. Τι να κάνω;

Το βρήκα. Θα στείλω μήνυμα στον κουμπάρο μου να έρθει θάλασσα και να πάμε τις γυναίκες μακριά για μπάνιο. Άγιο Ανδρέα ή παραλία στα Βέρβενα ή αν υπάρχει και όρεξη για χιλιόμετρα, να πάμε στις Σπηλιές. Γυρίζω σπίτι ήρεμος, παίζοντας το ρόλο του «τα έχω κανονίσει όλα» και προτείνω στη γυναίκα μου την τρομερή μου ιδέα. «Ο κουμπάρος σου είναι σε ξενοδοχείο με πισίνα, δεν έρχεται σήμερα εδώ», με κάρφωσε με όλη της τη δύναμη στην καρδιά μου.

‘Έπρεπε να κάνω κονέ με την εγγονή της γριάς, σκέφτηκα. «Γυναίκα, ξέχνατα όλα, θα το κανονίσω αμέσως», της είπα. Θα τα καταφέρω, είναι η μόνη μου επιλογή, σκέφτηκα. Πρέπει όμως να αδυνατίσω λίγο, να βάλω μια μπλούζα γιατί χαλάουα δεν προλαβαίνω και να βγάλω τα σκατά του σκύλου από τη σαγιονάρα. Όλα καλά. Σήμερα θα είναι η μέρα μου, θα τα καταφέρω να κάνουμε βουτιά στην παραλία. Μετά θα πιω τη φραπεδιά μου, θα διαβάσω πολιτικά, αθλητικά και ότι άλλο έχει από προχθές η διπλανή καντίνα και θα βάλω λίγο λάδι στα χέρια μου, γιατί ξέρετε οι τριχωτοί άνδρες δεν βάζουν λάδια.

Πότε όμως ξυπνάει η εγγονή της γριάς;

Παραλιώτης